Γράφει ο Βαθυκύανος Γλαυκῶψ
«Ἡ γραμμένη γλώσσα, ὅπως σ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ἔχει κάτι τι τὸ επιτηδευμένο (artificial). Καὶ ἡ δικὴ μας λοιπὸν φυσικὰ πρέπει νὰ τὸ ἔχη. Οἱ ἄκροι δημοτικιστές δὲν τὸ ἀναγνωρίζουν. Αὐτὴ ἡ ἐπιτήδευση μὲ κάνει καὶ γράφω -«σκοτοῦρα» καὶ ὅχι «σκουτοῦρα», -«αὑτὸς» καὶ ὅχι «ἁφτὸς», -«δεν θέλω» καὶ ὄχι καὶ «ὅχι δὲ θέλω». Αὑτὴ ἡ ἐπιτήδευση, εἶναι ἡ ἐνθύμηση τῆς καταγωγῆς κάθε λέξεως καὶ τῆς συνέχειας τῆς γλῶσσας»[1].
ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
Προ ενός έτους, αποπειράθηκε υπό του αυτού γράφοντος η εξέταση της Ελληνικής Πολιτισμικής Τριτότητος, σε σχέση με τον εθνικιστή διανοούμενο Ίωνα Δραγούμη (2.9.1878 – 13.7.1920). Στο παρόν άρθρο, θα περατωθεί η αναδίφηση της δημοτικιστικής τάσεως του Έλληνος διανοητού.
Πρώτιστα, όμως, χρειάζεται να γίνει η αποσαφήνιση του γλωσσικού ζητήματος. Το γλωσσικό ζήτημα είναι η γλωσσική διαμάχη, ανάμεσα στους οπαδούς της λόγιας καθαρεύουσας και της δημοτικής διάλεκτου, αυτής που ομιλούσε ο λαός[2]. Η διαμάχη αυτή στο ελληνικό κράτος και στον ελληνισμό εν γένει, εκδηλώθηκε με αποκορύφωμα τα Ευαγγελικά το 8.11.1901 με το εκδηλωθέν συλλαλητήριο και τα Ορεστιακά στις 6 – 9.11.1903. Αφορμή της πρώτης συμπλοκής υπήρξε η διαμάχη από αντιδράσεις εξαιτίας της απόδοσης του Ευαγγελίου στην δημοτική. Με παρόμοια αφορμή ξεκίνησαν και οι ταραχές των Ορεστιακών· λόγω της ανόδου του αρχαίου θεατρικού έργου «Ορέστεια» εξίσου στην δημώδη. Ως προς τα Ορεστιακά, ο θιασώτης της λογιοτάτης ακαδημαϊκός Γεώργιος Μιστριώτης ξεσήκωσε τους φοιτητές. Τις πορείες ακολούθησαν οι συνακόλουθες βιαιοπραγίες από αμφότερες τις πλευρές.
Οι συγκρούσεις διαφαίνονταν και στον τύπο της εποχής, ενώ οι ποιητές και οι πεζογράφοι ήταν διχασμένοι στους δημοτικίζοντες ή τους αρχαΐζοντες. Τέλος, μη παρορώμενος κατοπτρίζεται ο αντίκτυπος στην πολιτική σκηνή αλλά και στην θρησκευτική από τις γλωσσικές διενέξεις. Ειδικότερα δε στην περίπτωση των Ευαγγελικών, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Γεώργιος Θεοτόκης υπέβαλλε την παραίτησή του. Ομοιοτρόπως και ο αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Β’. Αμφότεροι παραιτήθηκαν αυθημερόν του γεγονότος[3].
Το κίνημα του Δημοτικισμού, με τις διάφορες εκφάνσεις αυτού, αντιτάσσετο στο κίνημα της καθαρευούσης. Ο Δραγούμης ως ένθερμος δημοτικιστής υπεστήριζε, ότι η λαϊκή υλικοπνευματική και καλλιτεχνική έκφραση, θα δημιουργήσει έναν ευοδωθέντα πολιτισμό. Ο Μακεδών διανοούμενος και αγωνιστής του Ελληνισμού, φρονεί, ότι η εμμονή των λογιοτατιστών στην αρχαΐζουσα τάση εμποδίζει τόσο την ανάπτυξη της δημοτικής γλώσσας, όσο και την ανάπτυξη του Ελληνικού έθνους και του πολιτισμού του. Η εξακόντιση δριμειών χαρακτηρισμών στους αρχαΐζοντες λογιοτατιστές, αιτιολογούνταν στον άκρατο μιμητισμό και την αδράνεια πολιτικής δράσεως, εξαιτίας της εκστατικής πολιτικής αδράνειας που δημιουργούσε ο ενθουσιασμός τους για την μελέτη, όχι όλου του αρχαίου Ελληνισμού, αλλά μόνο γι’ αυτόν της εποχής του Χρυσού Αιώνος του Περικλέους τον 5ου π.Χ. αιώνος και στο ήμισυ σχεδόν του 4ου.
Επίσης, στα κείμενα του Ίωνος σκιαγραφείται η στηλίτευση του ξενικού μιμητισμού. Συγκεκριμένα, συνδέει τον μιμητισμό των θιασωτών προς τους αρχαίους με την τάση του θαυμασμού προς τον κλασσικό (όχι όλον τον αρχαίο απαραίτητα) ελληνισμό, όπως επικρατούσε στην δυτική Ευρώπη –και επικρατεί και σήμερα– αδιαφορώντας για την υπόλοιπη ελληνική ιστορία ήτοι την Ελληνιστική την Βυζαντινή και την Νεοελληνική, αλλά και για το ευρύτερο γεωγραφικό εύρος μελέτης του Κλασσικού Ελληνικού πολιτισμού και του εν συνόλω αρχαίου. Η τάση αυτή σχετίζεται και με το κίνημα του διαφωτισμού και ύστερα με το κίνημα της Αναγεννήσεως, του Διαφωτισμού και με την ευρύτερη επαναστατική τάση στην Δυτική Ευρώπη όπως εκείνης της Γαλλικής του 1789, τις πολιτικές και πολεμικές ανακατατάξεις του 19ου και 20ου αιώνος. Επομένως, διαφαίνεται, ότι η μίμηση τούτη είναι εκπηγαζομένη από την γενικότερη μίμηση προς τον πολιτισμό της Δυτικής Ευρώπης και τον εμμονικό θαυμασμό των μετεχόντων αυτής, στον αρχαίο κλασικό ελληνικό πολιτισμό[4][5].
Σε αυτή την ξενομανή τάση προσπαθούσε να αντιταχθεί ο Δραγούμης. Φρονούσε ως ζωντανή γλώσσα την δημοτική, σε αντιδιαστολή με την καθαρεύουσα, με το επιχείρημα, ότι η δεύτερη είναι ζώσα νεκρωμένη και αμελητέα. Δεδομένου ότι η των λογίων γλωσσική τάση αποτελεί κατασκευή και όχι φυσική εξελικτική απόρροια της αρχαίας μορφής της γλώσσας, η συμβολή στην πολιτισμική δημιουργία και στην επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων μέσω της απόρροιας του εθνικώς ζην θα καθίσταται αδύνατη. Τα κατασκευασμένα πράγματα που δημιουργούνται τεχνητά αντί του προορισμού των να αναδύονται εκ φύσεως και εκ και συγκλειμένα της τελευταίας, δεν διακατέχονται από ζωτικότητα. Τουναντίον, παραμένουν στείρα.
Στον αντίποδα, αντιπροτείνει την δημοτική γλωσσική μορφή. Δεδομένης της μη τυγχάνουσας προσοχής των λογίων από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την πρόσφατη ημών ιστορία, σε εκείνους που υιοθετούν μία πιο δημώδη μορφή της γλώσσας, χαρακτηρίζονταν με συνέπεια μόνο στην αρχαΐζουσα παράδοση. Η τάση αυτή συνέχισε μαζί συγχρόνως με παράδοση των άλλων λογίων μιας γλώσσας της ελληνιστικής κοινής, της δημοτικής της αρχαίας εποχής, η οποία εξελίχθηκε στην συνακόλουθη μεσαιωνική Ελληνική. Ένα μέρος των λογίων των ελληνιστικών των Ρωμαϊκών και των Βυζαντινών χρόνων από την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι τον εικοστό αιώνα με την στείρα κακέκτυπη πεπλασμένη γλωσσική αρχαΐζουσα τάση, δεν άφησαν χώρο στην ευρύτερη ανάπτυξη της δημοτικίζουσας τάσης και των μετεχόντων αυτής.
Για να τεκμηριώσει την σημασία της δημοτικής γλωσσικής παράδοσης, επιχειρηματολογεί υπέρ της δημοτικής ως αρχαίας εκδηλώσεως εκείνης από τα ελληνιστικά χρόνια. Κατά τον Ίωνα, ο δημοτικισμός σημαίνει τον έκαστο συγγραφέα ο οποίος γράφει στην, των λαϊκών στρωμάτων, γλωσσική μορφή. Και αυτή η τάση δεν καθίσταται αρχομένη ούτε κατά τις σύγχρονες ιστορικές περιόδους, ούτε από την Τουρκοκρατία και εντεύθεν· ούτε ακόμη και της περιόδου της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Γραικών. Αυτή η δημώδης μορφή διαφαίνεται αρχαιότερη κι είναι ζωντανή καθότι αναμορφώνεται από την φυσική λεκτική απόρροια των ανθρώπων. Στον αντίποδα, εξαιτίας της τεχνητής φύσεως της λογιότατης γλωσσικής μορφής, εκείνη καθίσταται νεκρωμένη, στοιχείο που εκπηγάζει από τον ξύλινό της και άνευ αρμονίας λόγο. Ο Δραγούμης επιστρατεύει ως παραδείγματα διάφορους διανοουμένους, όπως ο Καλλίμαχος, ο Πολύβιος, οι τέσσερις Ευαγγελιστές (εκ των οποίων ο Ευαγγελιστής Λουκάς ήτο Έλλην εκ Μακεδονίας), ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, οι συγγραφείς των ακριτικών επών του Διγενή Ακρίτα, το Χρονικό του Μορέως, ο Ερωτόκριτος, οι λοιποί Κρητικοί συγγραφείς του 17ου και 18ου αιώνος, τα δημοτικά τραγούδια και διηγήσεις[6].
Αποσκοπός του Δραγούμη δεν ήταν άλλος από την τεκμηρίωση της συνέχειας της Ελληνικής γλώσσας της ενότητας και του ενιαίου χαρακτήρα αυτής, από την κλασσική στην δημοτική διάλεκτο αντί από την λογιοτάτη. Συγκεκριμένα επιχειρηματολογεί, ότι η νεότερη ελληνική γλώσσα ουσιαστικά έχει την εναρκτήριο χρονική περίοδο στα Ελληνιστικά ή στα ύστερα κλασσικά χρόνια με την έναρξη της Νέας Ελληνικής διαλέκτου να αρχίζει την Ελληνιστική περίοδο, εάν το συμπέρασμα τούτο καθίσταται ασφαλές.
Οι πεποιθήσεις του Δραγούμη για τον δημοτικισμό δεν έρχονταν σε αντιπαράθεση με την συνέχεια της γλώσσας ως μίας και αδιαίρετης, αλλά αυτός την εγκολπωνόταν. Προς τούτο, ο ισχυρισμός του ΙΔΑ[7] αντιτίθετο στις ακραιφνείς μερίδες των ψυχαρικών εθνικιστών και των αριστερών σοσιαλιστών οι οποίοι συμμερίζονταν τα περί της διαφορετικής[8] δημοτικής γλώσσας σε σχέση με την αρχαία. Η αιτιολογία του κείται κεχωρισμένη σε δύο σκέλη. Αφενός διότι οι ακραίοι δημοτικίζοντες αντιτίθετο στα διαχρονικά δάνεια, ακόμα και σε αυτά που κατοπτρίζονται ως φυσική απόρροια, είτε ως λεκτικοί τύποι, είτε ως ολόκληρες λέξεις, αφετέρου δε, προσπαθούσαν να εκδημοτικίσουν όποιους αρχαίους λεκτικούς τύπους οι οποίοι επιβίωσαν στην δημοτική. Ως προς την δεύτερη περίπτωση, η δημοτική θα καθίσταται μία τεχνητή γλώσσα όπως και η καθαρεύουσα. Ως εκ τούτου, η ακραιφνής αυτή δημοτικιστική τάση, κάλλιστα θα αποκτείνει παραγωγικότητα προς την θεμελίωση ενός βέλτιστου των προηγουμένων ελληνικών πολιτισμών, νεοελληνικού πολιτισμού και την πνευματική και ηθική αναγέννηση του Ελληνικού έθνους.
Απώτερα παραδείγματα για προσπάθεια δημιουργίας τεχνητών στοιχείων στην δημοτική, από τους ακραιφνείς δημοτικιστές, εμφαίνονται στην κατασκευή της γενικής «του φώτου» αντί «του φωτός» ή «πριχού» αντί της λέξεως «πρωτού». Επιπλέον σε αυτήν την τεχνητή μεταβολή συγκαταλέγεται και η αλλαγή της ορθογραφίας, με την γραφή «αφτός αντί της γραμματικώς καθιερωμένης «αυτός» να προτάσσεται ως η κατάλληλη από τους φανατικούς δημοτικιστές. Ο Δραγούμης είναι κατηγορηματικά αρνητικός ως προς αυτές της αλλαγές, τόσο με την αιτιολογία της ιστορικής ετυμολογίας που ανακύπτει από τον ορθό τρόπο γραφής, όσο και στο ότι στο έτυμο της προκύπτουσας ορθογραφίας εκάστης λέξεως στοιχειοθετείται η συνέχεια και το ενιαίο της Ελληνικής γλώσσας[9]. Στο ίδιο πλαίσιο δέχεται τα διαχρονικά δάνεια στης αρχαίας ελληνικής γλωσσικής μορφής. Η αναγόμενη αιτιολόγηση προκύπτει από την «δύναμη» κατά την οποία εκφράζουν αυτές οι λέξεις και πιθανώς αναφέρεται στην εύστοχη και ακριβή περιγραφή εκάστης λέξης για οποιαδήποτε έννοια ή και σκέψη ακόμη και περίπλοκης φύσεως μίας ουσίας. Εν ολίγοις για την αναλυτικότητα και την περιγραφικότητα.
Σε άλλη του εγγραφή στο έργο του «Ὁ Ἑλληνισμὸς μοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες», θαρρεί, ότι η καθομιλουμένη απαρτίζεται από ένα κράμα της δημοτικής, με την καθαρεύουσα που την ομιλεί η πλειοψηφία με την δημοτική να ομιλείται περιορισμένη σε κάποια χωριά, ενώ σημειώνει σε επιστολή σε μία εφημερίδα (την παραθέτει ο ίδιος σε εγγραφή ενός κειμένου του) πως αντιστρατεύεται τον Ψυχάρη[10]. Η εκδήλωση του αυτή κείται κατοπτρισμένη και στην πράξη, με την έξοδο του Ίωνος από τον δημοτικιστικό όμιλο. Επιπροσθέτως, αποδέχεται την γραφή και την ομιλία της δημοτικής με ψήγματα τύπων ή διαχρονικών δανείων από την αρχαία γλωσσική μορφή[11].
Ως προς τα διαχρονικά δάνεια, εκείνα ανιχνεύονται σε έργα του. Στο έργο του «Ἑλληνικὸς Πολιτισμὸς» χρησιμοποιεί λέξεις όπως επί παραδείγματι το ομηρικό «πολύτροποι» [12] και την λογιότατη «πολυτεχνίτες», ενώ στο έργο του «Σαμοθράκη» πάλι ενυπάρχουν λόγιες λέξεις και διαχρονικά δάνεια από την αρχαία. Επί παραδείγματι, παρατίθονται οι λέξεις «πάγκαλη» και «ἰδιοσυγκρασίες», «δεῖνας», «ἀναμόρφωση», «αὐτοσυντυρησία», «ἡδονῆ», «ἡδονικὴ», «καταποντισμοὶ»[13].
Συνελόντι ειπείν, ο Δραγούμης, μολονότι δημοτικιστής, δεν φρονούσε ούτε την απλοποίηση της ορθογραφίας, ούτε τον εκδημοτικισμό λέξεων με δημοτικούς πλην όμως τεχνητούς τύπους, δημιουργώντας λέξεις και μορφές αυτών ανύπαρκτες και ούτε την αποβολή διαχρονικών δανείων οι οποίες, είτε σώθηκαν στην δημοτική, είτε ο απλός λαός υιοθέτησε από την καθαρεύουσα. Αντιλαμβάνεται την γλώσσα ως ενιαία, με την αρχαία με την δημοτική διάλεκτο να είναι η μορφές της ιδία γλώσσας. Φρονεί την επιρροή αρχαίων λεκτικών τύπων και λέξεων και της καθαρεύουσας ακόμα ως ζωτικής σημασίας. Δεν κείται σύνεγγυς των ψυχαρικών δημοτικιστών και των μαρξικών σοσιαλιστών. Είναι μετριοπαθής και συμβιβαστικός με τους της καθαρεύουσας υποστηρικτές. Η σκέψη περί της μίας και ενιαίας γλώσσας, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού εθνικισμού, καθότι τεκμαίρει την συνέχεια του Ελληνικού Έθνους.
[1] Ίων Δραγούμης, «Ὁ Ἑλληνισμὸς μοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες», στα: Άπαντα, Ἰωνος Δραγούμη, Αθήνα, εκδ. Έκτωρ, 2021, σ. 396.
[2] Λινός Πολίτης, Ἰστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Αθήνα, 2019, σ. 11 – 15 και σ.208 και εξής.
[3] Πούλου Γεωργία-Μαρία, «Η διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα μέσα από τα «Ορεστειακά» και τις θέσεις επιφανών λογίων στον Τύπο της εποχής», Διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2025, σ. 17, 70.
[4] Ίων Δραγούμης, «Ξενομανία ἣ Λεβαντινισμὸς» σ. 206 στο: Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, τ. 1 Αθήνα, εκδ. Έκτωρ 2021.
[5] Έφη Γαζή, Άγνωστη Χώρα, Ελλάδα και Δύση στις αρχές του 20ου Αιώνα, Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2021, σ. 248 – 255.
[6] Ίων Δραγούμης, «Ἑλληνικὸς Πολιτισμὸς» στο: Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, τ. 1΄, Αθήνα, εκδ. Έκτωρ, 2021, σ. 363.
[7] Το ψευδώνυμο του Ίωνος Δραγούμη.
[8] Ίων Δραγούμης, «Ὁ Ἑλληνισμὸς μοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες», σ. 376, στο: Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, τ. 2, Αθήνα, εκδ. Έκτωρ, 2021.
[9] Ίων Δραγούμης, ο. π, σ. 393 – 394.
[10] Ιωάννης Μάζης, Ίων Δραγούμης, ο Ασυμβίβαστος, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σ. 189.
[11] Ίων Δραγούμης, ο. π., σ. 375 – 376.
[12] Ίων Δραγούμης,«Ἑλληνικός Πολιτισμός», στο: Άπατα Ίωνος Δραγούμη, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Έκτωρ, 2021, σ. 377.
[13] Ίων Δραγούμης, «Σαμοθράκη» στο: Άπατα Ίωνος Δραγούμη, τ. 1, Αθήνα, εκδ. Έκτωρ, 2021, 164, 189, 211, 182, 187, 131, 136.
